Monday, March 20, 2006

Η Αρχή Της Πίστης Σαν Σχέδιο

Από τα τελευταία όνειρά σου, αρχίζω να γράφω σαν μυστική τελετή
Ίσως αρχαίων λαών, ίσως τρελών, ή ακόμη κάποιων πουλιών
Που πετούν στον δυσνόητο ουρανό. Εκείνον της φυγής.
Μα πως η φυγή χαρακτηρίζετε από τα μάτια σου υπόθεση πόνου;
Έτσι αποφάσισα προσχήματα να μην κρατήσω εκείνα που αλλάζουν
Το μέσα μου σαν κάποιο ξέφωτο του δάσους να με παρηγορήσει απόψε
Έλα τώρα μην κάνεις τη δύσκολη και αρχίζεις
πάλι τα μη τα όχι και τα δεν βλέπεις τις διαθέσεις μου
που φύλλο ανοιξιάτικο ανθίζω περιπλανιέμαι εδώ κι εκεί καθώς ο άνεμος
φυσάει κι αυτός όταν το μέσα του πάλετε από ζωή σαν μεθυσμένος.
Έπειτα σε πόσους δρόμους ανηφόρισε ο έρωτας ξανά και ξανά
Και ξανά την μαγική του γλώσσα ερμήνευσε ως τελειότητα στο φως
Ναι στο φως μέσα με γέννησες μήτρα της ιστορίας εσύ, που δεν δίστασες
Ούτε στιγμή να με αποκηρύξεις έναν αγράμματο θαυμαστή σου
Δίχως πάλι να σκεφτώ την ομορφιά του σύμπαντος που λες:
«Ο έχων μάτια βλέπει». Μετά θα πω εγώ, ένας ασήμαντος εγώ
που ξύπνησα την νύχτα μέσα στην αγκαλιά του τίποτα
άλλωστε τι να πω εγώ, ένας ασήμαντος εγώ, όταν μίλησες εσύ
κι άφησες ποιο δρόμο να διαλέξω. Μα αλήθεια τόσοι δρόμοι ομορφιάς
πάρε απόφαση δυναμική κι έλα να περπατήσουμε
θα σου κρατώ το χέρι όπως κρατάει η νύχτα μυστικά σου ψιθυρίζω
Όμηρος, Σολομός, Εμπειρίκος, Ελύτης, Κάλβος, Καρυωτάκης, Σαπφώ, Καβάφης
Καρούζος, Καββαδίας, Σεφέρης, Λειβαδίτης, Σαχτούρης, Διμουλά, Κορνάρος
Εγγονόπουλος, Μπεγαρδής, Χορτάτσης, Ρίτσος, Βρεττάκος, Σαραντάρης
Μελισσάνθη, Παλαμάς, Σικελιανός, Βάρναλης, Αναγνωστάκης, Γκάτσος
Μα πότε μαζευτήκανε τόσα παιδιά σε τούτο το δάσος του Αιγαίου
Τόσα μικρά παιδιά με τα τραγούδια τους απόψε να υμνήσουν
Ότι γέννησε από τα σπλάχνα της η αμμουδιά κρυφές κραυγές
Των κοχυλιών που ξέβρασε τούτη η θάλασσα της φαντασίας.
Είναι που απόψε έχει ένα φεγγάρι βρέφος κατεβαίνει ως τα χρώματα
Στη χώρα της άνοιξης απόψε, ναι θα σε κοιτάξω βαθιά στα μάτια
Θα ζωγραφίσω τον έρωτα πάνω σε κορμούς των δέντρων
Κάτω από ψηλά πεύκα σε Ίωνες ανάμεσα σε πράσινα νερά
Με την μελωδία των εντόμων.

Γράφω. Μ’ ένα κατάρτι πάνω στο κύμα τις σιωπές των γλάρων
Όταν φεύγουν απ’ το χθες. Νοσταλγός αφήνομαι να σωθώ απ’ του γκρεμού
Τα δάχτυλα ως μύθος. Δεν με κρατάει ανάμεσα στο σώμα του ανάμεσα
Ο θάνατος. Μόνο η γέννηση χτυπά την πόρτα μου πίσω από εκείνο
Το λευκό δάσος που κρύβει τα μάτια της η απουσία κρύβει τα μάτια της
Η ελπίδα δες, η ελπίδα έστησε χορό με ξωτικά σε αιώνια μονοπάτια.

Φτάνει πια αγαπημένη έχει ακόμη υγρασία ντύσου λίγο κι έπειτα γύρισα
Πίσω ώσπου τελικά παρέλαβα ένα γράμμα από το πουθενά.
Δεν έγραφε πολλά. Μόνο μια φράση μόνο έχει και η πίστη της αρχές της
Έχει σχέδιο η ομορφιά οργανωμένο στην αιωνιότητα να ταξιδεύει.




Με ταπεινότητα για την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

The Beginning of Belief as a Drawing

From your last dreams, I begin to write like a mystical ceremony
perhaps of Ancient people, maybe crazy or even some birds
flying in the obscure sky. The one of escape.
But how can escape be characterized from your eyes a matter of pain?
I’ve decided excuses not to make those that change
the inside me just like a clearing in the woods to comfort me tonight.
Come on don’t play hard to get and start
again with no and don’t you see my intensions
just like a spring leaf I bloom wondering here and there as the wind
blows and he when the inside me palpitates from life like someone drunk does.
Afterwards in how many roads did love ascended over and over
and over again it’s magical tongue did he define as perfection in the light
yes the light in which you gave birth of me womb of history, you who did not hesitate
not for a moment to disown an illiterate admirer of yours.
Again without thinking the beauty of the universe when you say:
«He who has eyes sees.» Then I will say, a trivial I,
awaken in the night in the arms of nothing
besides what can I say, a trivial I, when you spoke
and left for me which road to follow. It’s true so many roads of beauty
make an effective decision and come to walk with me
I’ll hold your hand just like night holds secrets I’m whispering to you
Homer, Solomos, Ebirikos, Elitis, Kalvos, Kariotakis, Saptho, Kavafis, Karouzos, Kavadias, Seferis, Livaditis, Saxtouris, Dimoulas, Kornaros, Egonopoulos, Polidouri, Begardis, Hortatsis, Ritsos, Vretakos, Sarandaris, Melisanthi, Palamas, Sikelianos, Varnalis, Anagnostakis, Gatsos.
Never have so many children gather in this Aegean woods
so many little children with their songs, tonight praise
what is born from the sand’s womb secret cries
of the shells by this sea of fantasy.
It’s because of tonight’s infant moon descending all the way to the colors
in this spring land tonight, yes I’ll look at you deep in the eyes
draw love upon tree trunks.
Beneath tall pine-trees in Ionians among green waters.
With the melody of insects.

I write. With a pole on the wave of the seagulls silence
when they leave from yesterday. Homesick I am released to be rescued from
bluffs fingers like a legend. Death can’t hold me inside my body. Only birth knocks on my door behind that white forest that hides her eyes the absences hides her eyes
hope look, hope in dancing with elves in eternal paths.

No more beloved one it’s still moist dress up and I’ll come
back until finally I received a letter from nowhere.
It didn’t say much. Only has a phrase and the belief in it’s principles
beauty has an organized plan to travel in eternity.




Sincerely for the Global Poetry Day

Wednesday, March 15, 2006

Επιστολική Περιπλάνηση στον κύριο Λαμπρούκο

Αγαπητέ κύριε Λαμπρούκο

Με αφορμή κάποια δημοσιεύματα σας, στο ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ πήρα την απόφαση να συντάξω αυτή εδώ την ταπεινή επιστολή η οποία έχει βαθύ και διπλό χαρακτήρα, όπως τα νομίσματα που έχουν δύο όψεις. Από εκείνη την Κυριακή που διάβασα το κείμενο σας φώλιασαν πολλά ερωτηματικά μέσα στο κρανίο μου και δεν λένε να φύγουν με τίποτα.

Αυτή τη νύχτα που γράφω την επιστολή μου, μάλλον ληγμένο γάλα έχω πιει και αποτυπώνω τις σκέψεις μου, αφού διάβασα τις απόψεις σας σε μία από τις μεγαλύτερες εφημερίδες της χώρας.

Μου έρχεται μία παροιμία στο μυαλό. Τον Λαμπρούκο κι αν τον πλένεις το σαπούνι σου χαλάς. Κι αυτό γιατί ξύπνησα απότομα από έναν εφιάλτη.

«Δεν μπορεί…» λέω «δεν θα βρω λίγη ησυχία; Τον διαβάζω καθημερινά. Τι θέλει μέσα στον ύπνο μου;»

Δεν μπορώ να θυμηθώ σε ποιον δρόμο έγινε το γεγονός ούτε σε ποια πόλη. Όμως βάση κάποιας λογικής μάλλον Αθήνα ή Θεσσαλονίκη πρέπει να βρισκόμουν. Είδα στον ύπνο μου, ότι ήμουν σταματημένος σ’ ένα φανάρι, με την κόκκινη Ferrari μου και σκάει δίπλα μου μία Lamborgini κίτρινη. Ο οδηγός της κίτρινης καλλονής με κοιτούσε περίεργα. Δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία αλλά εκείνος μου έριχνε πλάγιες ματιές, μέσα από τα γυαλιά του. Τι να θέλει διερωτόμουν;

Δεν ασχολήθηκα καθόλου μαζί του. Κοιτούσα μπροστά, τον δρόμο. Είχα τέρμα την μουσική. Αυτή που ακούτε τώρα, διαβάζοντας αυτό το post. Το παράξενο είναι πως κι εκείνος άκουγε το ίδιο τραγούδι κι εκείνος το είχε τέρμα. Μάρσαρε εκείνος, μάρσαρα κι εγώ το δικό μου αυτοκίνητο. Φορούσε γυαλιά οράσεως, κουστούμι και γραβάτα, τα ίδια φορούσα κι εγώ. Κάπνιζα επιδεικτικά με τουπέ το κουβανέζικο πούρο μου , το ίδιο ακριβώς έκανε και εκείνος.
Αν εξαιρέσουμε τα αυτοκίνητα κάναμε σχεδόν τις ίδιες κινήσεις. Εκείνη την στιγμή πήρα ανάποδες. Πάτησα τέρμα το γκάζι ενώ ταυτόχρονα με το άλλο πόδι πατούσα τον συμπλέκτη. Ήμουν σίγουρος ότι και εκείνος την ίδια κίνηση έκανε αλλά δεν μπορούσα να το δω. Δεν ήθελα να καταλάβει τι του ετοίμαζα καθώς το φανάρι θα γινόταν πράσινο. Υποψιαζόμουν ότι και οι δύο είχαμε πρώτη ταχύτητα. Εκείνη ακριβώς την στιγμή, κατεβάζει το τζάμι, γυρνάει με νόημα το κεφάλι του και μου λέει:

«Τα πάμε;»
«Που να πάμε;» τον ρωτάω με πολλά κιλά υπεροψίας.
«Τα εργαλεία…ντε. Του κολεγίου είσαι;»
«Θα σε πατήσω κάτω…» του απαντώ χωρίς να το πολυσκεφτώ, φανερά πικαρισμένος από την παρατήρησή του.

Μετά από λίγα δευτερόλεπτα το φανάρι, άναψε πράσινο. Φεύγουμε και οι δύο με ταχύτητα σφαίρας. Το στρίγκλισμα από τα λάστιχα πάνω στο δρόμο σίγουρα ακουγόταν πολλά χιλιόμετρα μακρυά. Σε λιγότερο από πέντε δευτερόλεπτα είχαμε ξεπεράσει τα εκατό χιλιόμετρα και όλο και ανεβάζαμε ταχύτητα. Κανένας δεν νικούσε, κανένας δεν είχε προσπεράσει τον άλλον. Τρέχαμε και οι δύο μαζί και τα αυτοκίνητά μας ήταν δίπλα, δίπλα. Και όσο ανεβάζαμε ταχύτητα ο ένας ήταν ακριβώς δίπλα στον άλλον. Η απόσταση από τα πλάγια του ενός αυτοκινήτου από το άλλο ήταν μόλις μία τρίχα. Πρέπει να είχαμε ξεπεράσει τα 180 όμως εκείνη την στιγμή έγινε το μοιραίο, σχεδόν ταυτόχρονα γυρίσαμε και οι δύο τα τιμόνια ο ένας πάνω στον άλλον. Τα αυτοκίνητα συγκρούστηκαν με έναν τρομερό κρότο και έφεραν πολλές σβούρες πάνω στο οδόστρωμα. Τζάμια, πόρτες και κομμάτια από λαμαρίνες πετάχτηκαν σε απόσταση πολλών μέτρων. Καπνοί έβγαιναν από παντού. Ρόδες έφυγαν και κυλούσαν ακόμη και εκατό μέτρα μακρυά και τα δύο αυτοκίνητα έγιναν ένα μάτσο χάλια.

Η δικιά μου πόρτα είχε φύγει είχε ξεκολλήσει από την θέση της, και είχε πεταχτεί πολλά μέτρα μακριά. Έτσι με ένα σάλτο βγήκα έξω, ευτυχώς δεν είχα πάθει γρατσουνιά. Αμέσως γύρισα το κεφάλι ψάχνοντας τον συνάνθρωπο μου να δω αν είχε πάθει κάτι. Λίγα μέτρα πιο πέρα βλέπω την κίτρινη Lamborghini, τσαλακωμένη σχεδόν σε σχήμα μπάλας. Πηγαίνω στο αυτοκίνητο και ανοίγω την διαλυμένη κίτρινη πόρτα του οδηγού και ως δια μαγείας βγαίνει από μέσα ο παράξενος τύπος. Ευτυχώς δεν είχε πάθει ούτε και αυτός τίποτα. Τα γυαλιά ήταν ακόμα κολλημένα στην μούρη του και το πούρο μισοκαπνισμένο δεν είχε κουνηθεί στο ελάχιστο από τα χείλη του.

«Ρε τι μαλάκας είσαι. Έτσι οδηγάνε.» μου απευθύνεται, θυμωμένος και φοβισμένος ταυτόχρονα.
«Εγώ είμαι μαλάκας, εσύ είσαι μαλάκας που έστριψες το αυτοκίνητό σου πάνω μου.» του απαντώ, γιατί κι εγώ έπρεπε να βγάλω την ένταση του τρόμου από μέσα μου.
«Τι λες ρε μαλάκα πήρες το δίπλωμα νύχτα, πήρες και μία Ferrari και νομίζεις πως κάποιος είσαι;»
«Ρε σε τι μαλάκα έπεσα. Σε εσένα το δώσανε νύχτα, μαλάκα. Και ως μαλάκας είχες την ιδέα να πάμε κόντρα. Αφού ρε μαλάκα δεν το κατέχεις το άθλημα, πάρε καλύτερα ένα ποδήλατο. Είναι ανάγκη να έχεις τέτοιο αυτοκίνητο;»
«Τι να σου πω ρε μαλάκα. Έχε χάρη που σήμερα δεν κάνω κακιές πράξεις, αλλιώς θα σε έφτιαχνα εντελώς μαλάκα…».
«Για δοκίμασε…και θα σε μαζεύουνε…σαν μαλάκα!»
Ήμασταν έτοιμοι να πιαστούμε στα χέρια. Ωστόσο είχε διακοπεί η κίνηση στο δρόμο είχαν σταματήσει πολλά αυτοκίνητα γύρω μας και πολλοί άνθρωποι έρχονταν κοντά μας. Όλοι προσπαθούσαν να βοηθήσουν, όμως κι εγώ κι ο άγνωστος συνεχίζαμε να ανταλλάσσουμε βρισιές, αφού βέβαια την είχαμε γλιτώσει.

Μετά από λίγο έφθασε η πυροσβεστική και ένα περιπολικό της τροχαίας. Μας ζήτησαν τα χαρτιά μας. Ήρθε η ώρα να γνωριστούμε δυο μαλάκες στη μέση του δρόμου κάτω απ’ τις περίεργες αυτές συνθήκες και βέβαια δεν υπήρχε περίπτωση να μην κάνουμε μήνυση ο ένας στον άλλον, γιατί μέσα στην μαλακία της κόντρας και οι δύο πιστεύαμε πως έχουμε δίκιο, όπως συμβαίνει με το 99.9999% των Ελλήνων σε τέτοιες περιπτώσεις.
Δίνει πρώτος εκείνος τα χαρτιά του, στον τροχονόμο και εκείνη την στιγμή ακούω το μαγικό του όνομα. Ήχησε σαν παράξενο τραγούδι στ’ αυτιά μου: Λαμπρούκος…έμεινα κόκαλο. Πως είναι δυνατόν; Ο άνθρωπος που πήγαμε κόντρα τα αυτοκίνητα μας, που τρακάραμε, που βριζόμασταν τόση ώρα σαν μαλάκες, ήταν ο διάσημος νομάρχης κύριος Λαμπρούκος. Δεν μπορούσα να το πιστέψω.

Αμέσως μετά ήρθε η δική μου σειρά για να δώσω τα στοιχεία μου. Συγκρατιόμουν πραγματικά μην ξεσπάσω στα γέλια, κάτι το οποίο πιστεύω θα γινόταν και από την δική του πλευρά, στο άκουσμα του δικού μου ονόματος.

«Bloggsman…», είπα και τον κοιτάζω, περιμένοντας την αντίδραση του.
Μετά την απολογία του ονόματός μου, έπεσε μια σιωπή μεταξύ μας. Κανένας ήχος δεν ακουγόταν από πουθενά. Ούτε από το πλήθος. Λες και εκείνοι ήταν μάρτυρες μιας περίεργης γνωριμίας, μιας μυστικής συνομωσίας. Μόνο ματιές ανταλλάσσαμε, ώσπου ξαφνικά, και οι δυο ταυτόχρονα, ξεσπούμε σε ένα ασυγκράτητο γέλιο καθώς συνηγόρησαν οι μυς του εγκεφάλου μας, για αυτό το απίστευτο παιγνίδι που μας επιφύλαξε η ζωή. Διπλωθήκαμε στα δυο, κρατώντας το στομάχι μας από τα γέλια, ενώ ταυτόχρονα δείχναμε ο ένας τον άλλο με το δάχτυλο.

«Είσαι ο Λαμπρούκος;…χα…χα…χα»
«Είσαι ο Bloggsman;…χα…χα…χα»

Καθώς ήμασταν έτοιμοι να πεθάνουμε στην κυριολεξία από τα γέλια, τον ρωτάω: «μα καλά, αφού έχεις άλλη φωτογραφία στο Blog σου, τι φάτσα είναι αυτή που έχεις; Ποια είναι η αληθινή σου φυσιογνωμία;», κι εκείνη την στιγμή βάζει τα δάχτυλά του δίπλα στο δεξιό του αυτί. Με μια απότομη κίνηση βγάζει την μάσκα από το πρόσωπό του και φανερώνετε μπροστά μου εκείνη η γλυκιά και γνώριμη πιθηκίσια μούρη του. Ξεσπάσαμε σε μεγαλύτερα γέλια.

Όλοι που ήταν μαζεμένοι, μας κοιτούσαν περίεργα, νόμιζαν πως τρελαθήκαμε από την σύγκρουση, νόμιζαν πως χτυπήσαμε στο κεφάλι γι’ αυτό μας είχε πιάσει νευρικό γέλιο κι ο τροχονόμος άρχισε να μας συμπεριφέρεται σαν να ήμαστε εξωγήινοι. Εκείνη την στιγμή, τραβάω κι εγώ την μάσκα που φορούσα στο πρόσωπο κι έμεινε έκπληκτος να με κοιτάζει κι εκείνος, και όλοι οι άλλοι που άρχισαν πλέον να νομίζουν πως βρίσκονται στα γυρίσματα κάποιας ταινίας. Το σίγουρο είναι πάντως ότι δεν το σκάσαμε από ψυχιατρείο.

Αγκαλιαστήκαμε γελώντας, είπαμε στον τροχονόμο να κάνουμε φιλική δήλωση, να έρθει ένας γερανός να μαζέψει τα παλιοσίδερα από την μέση του δρόμου και ξεκινήσαμε να βρούμε κάποιο ουζερί να ποιούμε κανένα ουζάκι, συζητώντας για την αγάπη μας να επικοινωνήσουμε, συν το θείο δώρο της σωτηρίας μας, συν την συγκινητική γνωριμία μας.
Τώρα οι μάσκες είχαν πέσει. Είμαστε οι αληθινοί άνθρωποι, αυτοί που περπατούν ο ένας δίπλα στον άλλο καθημερινά και δεν τολμούν να πουν ούτε καλημέρα, πόσο μάλλον να ανταλλάξουν απόψεις.

«Σαν να σε γνωρίζω χρόνια…» του λέω καθώς περπατούσαμε δίπλα δίπλα γελώντας ακόμη.
«Αμ…εγώ τι νομίζεις», μου απαντάει συγκαταβατικά, «τελικά δεν είμαστε τόσο μαλάκες όσο νομίζαμε στην αρχή» συμπληρώνει με στιλ ακαδημαϊκό.
«Δεν νομίζω», του απαντώ έτσι για να πω κάτι, νομίζοντας ότι με την στάση μας, τα είπαμε όλα. «Άλλωστε ένα Blog, μπορεί να μας φέρει πιο κοντά…χα…χα..»
Ελπίζω αγαπητέ κύριε Λαμπρούκο να χαρήκατε για τη γνωριμία.



An Epistle Peregrination about Mister Labrouko


Dear mister Labrouko,

Due to some of your publications in the newspaper Sunday Step I took the decision to write this humble letter which has deep and double character just like coins have two sides. Since that Sunday that I read your text many questions entered my skull and I don’t seem to be able to cast them aside.

This night I am writing my letter, I have probably drunk expired milk and I am imprinting my thoughts, after I read about your opinions in one of the largest newspapers of the country.

An old saying comes to mind. Doesn’t matter if you wash Labrouko, you only waste your soap. And that’s because I abruptly woke up from a nightmare.

«It can’t be…» I said to myself «I won’t be able to find some peace and quiet? I read what he writes daily. What is he doing in my sleep?»

I can neither remember the street nor the city in which the event happened. However based to some logic I guess it happened in Athens or in Thessaloniki. I dreamt that I had stopped in a traffic light in my red Ferrari and a yellow Lamborghini came right next to my car. The driver of the yellow beauty was looking at me a bit funny. I didn’t pay much attention but he kept staring at me through his glasses. What does he want I kept asking myself?

He didn’t concern me at all. I looked at the road straight ahead. The volume of the music was in maximum. The one you are hearing now, reading this post. The funny thing is that he was too listening the same song and the volume of his music was in maximum too. He rev up and I did the same with my car. He was wearing vision glasses, a suit and a tie and I did too. I was gaudily smoking my Cuban cigar and he was doing the exact same thing.

Apart from the cars we were doing the exact same movements. At that point I got so fucking-pissed. I clashed the accelerator all the way and at the same time with the other foot I clashed the clutch. I was certain that he was doing the exact same thing I just couldn’t see it. I didn’t want him to realize what I was preparing for him as the traffic light would turn green. I was under the suspicion that we both had first speed. That particularly moment he rolled down the car-glass, turned his head towards me and says:

«Fancy a race?»

«A race?»

«The machines you know… where are you from Catholic school?»

«You will only see my dust…» I said to him without thinking about it too much, obviously irritated from his observation.

A few seconds later, the light turned green. We both rushed away in the speed of bullet. The noise of the tires on the road was definitely heard miles away. In less than five seconds we were over 100 kilometres and we kept accelerating. Noone was winning, no one was a head of the other. We were racing side by side. We kept accelerating and the one was next to the other. The distance between the two cars was trivial. We must have been over 180 kilometres when the inevitable happened, almost at the same time we both turned the steering gears towards each other. The cars collided in a spectacular hit and whirled around many times on the road. Glasses, car doors and pieces of metal popped out in a many meter distance. Smokes were coming out of everywhere. The wheels got detached and there were still rolling away and the cars turned into smithereens.

My car door was detached and blown away in great distance. I popped out of the car, with luckily not a scratch. I immediately turned my head looking for my fellowman to see if he was harmed. A few meters away I saw the yellow Lamborghini, wrinkled almost in the shape of a ball. I went to the car, opened the wrinkled car door and magically the strange guy popped out of the car. Luckily he wasn’t harmed either. His glasses were still stuck in his face and his half-way smoked cigar hadn’t moved an inch from his lips.

«What a bloody-asshole you are. Is that a way to drive.» he said to me angry and scared at the same time.

«I am a bloody-asshole, you’re a bloody-asshole for turning your car on me.» I said to him because I had to release the tension of horror I had inside me.

«What are you talking about you bloody-asshole, who the fuck granted you your driving-license. You bought a Ferrari and you think you’re somebody.»

«I stumbled into a major bloody-asshole. Who the fuck granted you your driving-license you bloody-asshole. And like a genuine bloody-asshole you had the brilliant idea of racing. You know squat about car bloody-asshole you better get yourself a bicycle. You had to have the car, didn’t you?»

«What can I say to you bloody-asshole. I will not do any bad deeds today or else I would make your asshole very bloody… »

«You try… they will be pilling you off the ground….. bloody-asshole!»

We were ready to get into a fight. However the traffic on the road had stopped a lot of cars were surrounding us and a lot of people were coming our way. They were trying to help, but we were still swearing at each other after being out of the hook.

Shortly after the fire-brigade and a patrol car arrived. They requested to see our papers. The time to meet each other had arrived in the middle of the road under those peculiar circumstances and of course with absolutely no way of avoiding suing each other because caught in the spin of race we both thought we were right, as it is common with the 99.9999% of all Greeks in these cases.

He gave first his papers to the patrol officer and that moment I heard his magical name. It sounded like a strange song in my ears: Labrouko…. I was stunted. How can it be? The person with whom we raced our cars, crashed and swore at each other for all this time like bloody-assholes was the famous prefect mister Labroukos. I couldn’t believe it.

Right after that it was my turn to give my papers. I was holding myself from literally bursting into laughter something I believe was happening to him to in the sound of my name.

«Blogssman…», I said while looking at him waiting for his reaction.

After the sound of my name, just silence among us. No sound was heard. Not even from the crowd. As if they were witnesses to a peculiar meeting, to a secret conspiracy. We were just looking at each other until suddenly we both burst into laughter as the muscles of our brains consented to this incredible game life stored for us. We were pointing to each other laughing.

«You are Labroukos?...he…he…he.»

«You are Blogssman?...he…he….he.»

As we were ready to explode from the laughs I asked him: «You have posted your photo to your blog what’s up with this face. Which one is your true appearance?» that moment he placed his fingers right next to his right ear and with a sudden move he took out his mask exposing his true, sweet and familiar monkey-like face. We burst into laughter even harder.

They were all gathered, looking at us funnily thinking we’d gone crazy from the blow and that’s why we were laughing, the patrol officer started to treat us like aliens. At that point I took off my mask as well he was speechless starring at me and everybody thought they were in the set of a movie. The most definite thing is however that we hadn’t run away from a mental hospital.

We embraced each other laughing told to the patrol officer to make a friendly claim and that a tow track should come to pick up the pieces of the cars from the middle of the road and we started looking for a coffee shop to have a drink talking about our love to communicate, plus the divine gift of our salvation plus our moving meeting.

Now the masks were off. We wore the real people, walking next to each other daily without daring to say one good morning, let alone exchange opinions.

«It’s like I have known you for years…» I said to him laughing as we were walking side by side.

«I feel the same way», he compliantly replied «finally we are not as assholes as we thought in the beginning» he supplemented in an academic style.

«I don’t think so», I said to him just to say something, thinking that with that attitude we said it all. «Besides a Blog can bring us closer…he…he..»

Dear mister Labrouko I hope you were happy to meet me.

Friday, March 10, 2006

Ω! Μαγική μου Φύση.

Πέρα από την ομορφιά της φύσης
Και πέρα από την φύση της ομορφιάς.